[...]
Κι όταν θα βλεπόμαστε και δεν θα είσαι μόνος σου; θα με καταλαβαίνεις, δε θα λες τίποτα. Δε θα μπορείς. Θα θέλεις;
«Ωραία μέρα, ωραία εποχή, ο καθένας μπορεί να σου ανοίξει μια τρύπα ανά πάσα στιγμή»
Πότε; Ποτέ!
Να χοροπηδάει ο τόνος πάνω στα γράμματα να μην ξέρεις που να κρυφτείς να γλυτώσεις.
Να χοροπηδάει ο τόνος πάνω στα γράμματα να μην ξέρεις που να κρυφτείς να γλυτώσεις.
Αυτή την στιγμή απουσιάζουμε. Μην αφήσετε μήνυμα. Όποιος θέλει να πει κάτι, να τολμήσει και να έρθει να το πει από κοντά.
Τώρα θα δεις τι σημαίνει να σου αφήνουν στο στήθος μια σκέψη. Να γυρίζουν τα ταβάνια και για να με δεις να κλαίω να πρέπει να κατέβεις τα χίλια σκαλιά μου.
Φοβάμαι, ότι δεν έχουν μείνει και πολλά να φοβάμαι πια...
Το δεύτερο πρόσωπο της γραφής μου, δεν απευθύνεται σε κανέναν,
αν με βρεις όμως σε εκείνα τα υπόγεια των τραγουδιών που πάω και κουρνιάζω, λέω να γίνουμε νύχτα. Όταν κλαίω, θα μου γλύφεις το πρόσωπο, όταν γελάω το στόμα και όταν αγαπάω το μυαλό.
αν με βρεις όμως σε εκείνα τα υπόγεια των τραγουδιών που πάω και κουρνιάζω, λέω να γίνουμε νύχτα. Όταν κλαίω, θα μου γλύφεις το πρόσωπο, όταν γελάω το στόμα και όταν αγαπάω το μυαλό.
Βαρέθηκα να αποκωδικοποιώ μάτια όμως...
Κουρνιάσαμε αγκαλιά με τον χειμώνα να ζεσταθούμε. Ένα ποτήρι του κονιάκ και ξαφνικά οι πτώσεις ανάποδες πτήσεις γίνονται.
Ένας ίσον κανένας λέγαμε κάποτε, τότε που φοβόμασταν για τους ανθρώπους που πάνε με αιμόφυρτη την καρδιά στην κουζίνα και φτιάχνουν καφέδες, μασώντας φλούδες κίτρινες και κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Τυλίγουν το ρούχο τους σφιχτά γύρω από το στήθος να μην φαίνεται ο γκρεμός και μυρίζουν το υγραέριο από το γκαζάκι που έχει σβήσει. Στο βάθος ακούγονται τα νέα των οχτώ δυνατά κι εκείνοι αναρωτιούνται γιατί δεν μιλάει κανείς. Αυτοί οι άνθρωποι όνομα έχουν;
Kάθε φορά που όσα δεν λέγονται τα κάνεις δαγκωμένο κάτω χείλος, κυνήγα μια Άνοιξη.
[...]
Kαι τι κατάλαβες που έφυγες; Μόνο να μην κρυώνεις.
Ακούν τα μάτια μας. Όλα .
(Μάτια μου;)
(Εικαστική παρέμβαση ένας τόσος δα Magritte να ζωγραφίζει πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου μικρές απελπισίες χωμένες στα καπέλα του).
Βιολογικές καλλιέργειες ομίχλης κάτω στον δρόμο. Θα ξαναέρθω όταν γυρίσεις.
Πολλά έρχονται ακόμα κι αν δεν έρχονται ποτέ κι ακόμα τόσα φεύγουν, χωρίς να έχουν φύγει.
Νυν και αεί.
Tελευταία μέρα του Νοέμβρη , η θάλασσα βογκάει κάτω από τον δρόμο, οι γέφυρες από το παρελθόν ακόμα καίγονται, τα παιδιά με τις ασήκωτες σάκες κατηφορίζουν το στενό κι εγώ αυτοανακυρήσωμαι ανθρώπινο ον.
Αυτό εννοούσες ότι θα με πονέσεις; Eντάξει. Πονάω. Λοιπόν;
Κομμάτι δανεισμένο απο το αγαπημένο Χνούδι

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου